παροιμιάζω

παροιμιάζω
Α [παροιμία]
1. μέσ. παροιμιάζομαι
α) κάνω κάτι παροιμία, καθιστώ κάτι παροιμιώδες («ὁ τὸν θεὸν πρῶτον παροιμιασάμενος», Πλάτ.)
β) μιλώ με παροιμίες, εκφράζω κάτι με παροιμίες, κάνω χρήση παροιμίας για να εκφράσω κάτι («τοιαυτά φασιν ἄνθρωποι ἑκάστοτε παροιμιαζόμενοι», Πλάτ.)
2. παθ. είμαι ή γίνομαι παροιμιώδης, λέγομαι ως παροιμία («τὸ περί τῆς Λιβύης παροιμιαζὀμενον», Αριστοτ.)
3. φρ. α) «παροιμιάζεσθαι» — είναι παροιμιώδες, έχει γίνει παροιμία
β) «τὸ παροιμιαζομενν» — αυτό που λέγεται ως παροιμία, καθώς λοέγει η παροιμία
γ) «τὸν Σολομῶντα ἐπαροιμίαζεν» — μνημόνευε, παρέθετε, ανέφερε τις παροιμίες τού Σολομώντος (ΠΔ).

Dictionary of Greek. 2013.

Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • παροιμιαζομένω — παροιμιάζω cite the Proverbs of pres part mp masc/neut nom/voc/acc dual παροιμιάζω cite the Proverbs of pres part mp masc/neut gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παροιμιαζόμενον — παροιμιάζω cite the Proverbs of pres part mp masc acc sg παροιμιάζω cite the Proverbs of pres part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παροιμιάζοντι — παροιμιάζω cite the Proverbs of pres part act masc/neut dat sg παροιμιάζω cite the Proverbs of pres ind act 3rd pl (doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • πεπαροιμιασμένον — παροιμιάζω cite the Proverbs of perf part mp masc acc sg παροιμιάζω cite the Proverbs of perf part mp neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παροιμιαζομένη — παροιμιάζω cite the Proverbs of pres part mp fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παροιμιαζομένην — παροιμιάζω cite the Proverbs of pres part mp fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παροιμιαζομένοις — παροιμιάζω cite the Proverbs of pres part mp masc/neut dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παροιμιαζομένου — παροιμιάζω cite the Proverbs of pres part mp masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παροιμιαζομένους — παροιμιάζω cite the Proverbs of pres part mp masc acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • παροιμιαζόμενοι — παροιμιάζω cite the Proverbs of pres part mp masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”